Μαρτυρία μέλους πληρώματος πλοίου: «…φώναζαν βοήθεια δεν αντέχουμε άλλο»

Πρώτη μέρα διακοπών. Για πρώτη φορά φέτος μπήκα στο πλοίο με βαριά καρδιά. Δεν ξέρω αν είναι η ιδέα μου αλλά και ο κόσμος γύρω μου δεν είναι όπως άλλες φορές. Δεν ακούς γέλια, τραγούδια, φωνές. Μέσα στο πλοίο μια ησυχία λες και όλοι πηγαίνουμε σε μνημόσυνο. Οι τηλεοράσεις ανοιχτές και όλοι παρακολουθούμε το θέμα με τις φωτιές στο Μάτι. Τα θύματα, οι κηδείες, τα παιδιά που βρέθηκαν απανθρακωμένα… 

Μια εβδομάδα τώρα είμαστε αγκιστρωμένοι σε μια τηλεόραση. Δεν μου πάει η καρδιά να την κλείσω γιατί θέλω να μάθω και από την άλλη δεν αντέχει άλλο πόνο η καρδιά μου. Σηκώνομαι από τη θέση μου να κάνω μια βόλτα στο πλοίο. Πηγαίνω στο μαγαζί με τα είδη δώρων και ρίχνω μια μάτια σε μία προσπάθεια να ξεχαστώ. Κι όμως ακούω και πάλι τα ρεπορτάζ για τις συνέπειες που είχαν οι φωτιές. Κοιτάω την κοπέλα που εργάζεται στο κατάστημα και την ρωτώ αν ακούει και αυτή τα ρεπορτάζ ή έχω αρχίσει να τρελαίνομαι. Γελάμε και οι δύο και μου εξηγεί πως στα ηχεία του πλοίου δεν ακούμε μουσική όπως άλλες φορές, αλλά είναι συνδεδεμένα με την τηλεόραση. Κι εκεί που συζητάμε για το θέμα, μου λέει «Τι να πούμε και εμείς που ζήσαμε όλη την κατάσταση;.» Πώς είναι δυνατόν ένα μεγάλο πλοίο που κάνει δρομολόγια σε Τήνο, Μύκονο, Πάρο και Νάξο, να έζησε την κατάσταση στο Μάτι; Της κάνω περισσότερες ερωτήσεις και μου εξηγεί όλη την ιστορία.

Μια συγκλονιστική μαρτυρία από μία κοπέλα μέλος του πληρώματος.

«Το βράδυ της Δευτέρας, επιστρέφαμε από Τήνο για Ραφήνα. Μας είχαν ενημερώσει από τα κεντρικά να προσέχουμε για ναυαγούς. Σε ένα διάλειμμα 4 με 5 άτομα από το πλήρωμα πήγαμε στην πλώρη του πλοίου να ξεκουραστούμε. Τότε ακούσαμε τα ουρλιαχτά. Άκουγα να φωνάζουν «Βοήθεια! ΔΕΝ αντέχουμε άλλο! Βοήθεια!» Κοιτάξαμε στη θάλασσα σοκαρισμένοι. Ήμασταν πολύ μακριά από την Ραφήνα. Αναρωτιόμασταν πώς αυτοί οι άνθρωποι βρέθηκαν τόσο μακριά από την ακτή. Ενημερώσαμε αμέσως τον καπετάνιο και τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος. Σβήσαμε τις μηχανές και κατεβάσαμε γρήγορα τις βάρκες. Στο πλοίο είχαμε 800 επιβάτες. Οι περισσότεροι ήταν ήδη αναστατωμένοι γιατί είχαν ακούσει πως τα σπίτια τους είχαν καεί και επέστρεφαν άρον – άρον από τις διακοπές τους. Ο καπετάνιος ενημέρωσε τα πλοία που ήταν κοντά μας να κόψουν ταχύτητα στις μηχανές, γιατί ναυαγοί υπήρχαν στα ανοιχτά πολύ μακριά από τις ακτές. Στο πλοίο άρχισε να επικρατεί αναστάτωση. Ο κόσμος ρωτούσε γιατί σταματήσαμε κι αν υπήρχε πρόβλημα στο πλοίο. Βγάλαμε ενημέρωση πως βρέθηκαν ναυαγοί στη θάλασσα και όλοι έμειναν άφωνοι. 

Την ίδια ώρα, μέλη του πληρώματος προσπαθούσαν να μαζέψουν από τη θάλασσα όσους είχαμε βρει. Ήταν μία οικογένεια. Τρία παιδιά, ο πατέρας και η θεία τους. Τους βάλαμε στις σωστικές λέμβους και τους φέραμε στο πλοίο. Όλοι τους, 5 άτομα, έτρεμαν από το κρύο. Τους δώσαμε κουβέρτες και προσπαθούσαμε να τους βρούμε ρούχα. Οι άνθρωποι δεν είχαν τίποτα. Μόνο τα μαγιό τους. 

Βγάλαμε ξανά ανακοίνωση στο πλοίο πως σώσαμε 5 ανθρώπους. Τους βγάλαμε εξαντλημένους από τη θάλασσα. 800 επιβάτες χειροκροτούσαν ασταμάτητα και έκλαιγαν. Άγνωστοι αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και έκλαιγαν. Έδιναν συγχαρητήρια στο πλήρωμα. Η χαρά μας ήταν τόσο μεγάλη, αλλά τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα. Ένα πλοίο λίγο πιο μακριά μας μάζεψε 8 ανθρώπους από τη θάλασσα, δυστυχώς ανάμεσά τους ήταν και ένας πνιγμένος. 

Ο πατέρας, όταν λίγο συνήλθε, μας εξήγησε πως κάνανε όλοι μαζί μπάνιο στη θάλασσα όταν είδαν τον κόσμο να τρέχει προς την παραλία και τη φωτιά να κατεβαίνει. Σκέφτηκαν να κολυμπήσουν στον διπλανό κόλπο που απ’ ότι έβλεπαν δεν είχε φωτιά. Δυστυχώς, όμως, με 9 μποφόρ η θάλασσα τους τράβηξε στα ανοιχτά και ήταν αδύνατον να κολυμπήσουν προς την ακτή. Προσπάθησαν να κρατηθούν σε μικρή απόσταση μεταξύ τους και προσεύχονταν να περάσει μια βάρκα, ένα σκάφος ή ένα πλοίο να τους σώσει. 

Μαζί τους και ένα 12χρονο παιδί. Ήταν τόσο ήρεμο, σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Του λέγαμε να του βάλουμε υγρό στα μάτια και μας έλεγε “όχι ευχαριστώ, είμαι καλά.”. Τα μάτια όλων ήταν κατακόκκινα. Τα πιο κόκκινα και ταλαιπωρημένα μάτια που έχω δει στη ζωή μου…» 

«Δεν θα ξεχάσω πότε αυτή τη μέρα. Βλέπω τα βραδιά στον ύπνο μου κόσμο να ζητάει βοήθεια… Δεν έχουμε συνέλθει ακόμα». 

Η κοπέλα λυγίζει και βάζει τα κλάματα. Κλαίω κι εγώ μαζί της. Κλαίμε και γελάμε ταυτόχρονα, που μας κοιτάει ο κόσμος απορημένος. Δεν ξέρω καν το όνομά της αλλά της κρατάω το χέρι και νιώθουμε τον ίδιο πόνο. Δεν τους ξέραμε αυτούς τους ανθρώπους αλλά κλαίμε και πονάμε γι’ αυτούς. Τα δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μας γι’ αυτούς που εφυγαν, γι’ αυτούς που έμειναν, γι’ αυτούς που πάλεψαν για τη ζωή τους μέχρι το τέλος. Είναι αυτός ο κόμπος στο στομάχι που όλες αυτές τις ημέρες έχει ανεβεί σιγά-σιγά στον λαιμό και τώρα πια, έχει γίνει δάκρυα. Δάκρυα που δεν μπορούν να σταματήσουν. Για τους 88 νεκρούς, για τα 6 παιδιά, για τους χιλιάδες ανθρώπους που έχασαν τις περιουσίες μια ζωής… Δεν έχει σημασία ποιανού ήταν τα παιδιά. Τα παιδιά… είναι παιδιά μας! 

Καλό καλοκαίρι! Όσο καλό μπορεί να είναι…

Εγγραφή στο Newsletter

No spam guarantee.

I agree to have my personal information transfered to MailChimp ( more information )
Ετικέτες: , ,

Σχετικά Άρθρα

Προηγούμενο αρθρο Επόμενο αρθρο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

63 shares