Πόσο πρέπει να φοβόμαστε τις (σοβαρές) ψυχιατρικές παθήσεις;

Πριν από λίγες ημέρες ένα περιστατικό που συνέβη στον Νέο Κόσμο έγινε αντικείμενο εκτενούς αναφοράς στα ΜΜΕ. Μια 40χρονη μητέρα ρίχνει από το μπαλκόνι του σπιτιού της την 4χρονη κόρη της και αμέσως μετά πηδά και η ίδια στο κενό.

Δεν μπορούμε, γιατί δεν γνωρίζουμε, και ούτε και πρέπει να μπούμε σε περαιτέρω ανάλυση της συγκεκριμένης αυτής τραγικής περίπτωσης. Το γενικότερο, όμως, ερώτημα ως προς το τι μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο σε μια τόσο αδιανόητη για την κοινή λογική και αποτρόπαια πράξη, γεννιέται άμεσα, με το άκουσμα μια τέτοιας είδησης, στη σκέψη όλων. Το αναπόφευκτο αυτό ερώτημα, μας παραπέμπει στις σοβαρές εκείνες ψυχιατρικές παθήσεις, των οποίων η συμπτωματολογία, όσο παραμένει αδιάγνωστη και αφρόντιστη, μπορεί να οδηγήσει τους πάσχοντες στην απώλεια της επαφής τους με την πραγματικότητα. Μέσα σε μια τέτοια συνθήκη, και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, υπάρχει το ενδεχόμενο να καταφύγει το πάσχον άτομο σε βίαιες αυτό- ή έτερο-καταστροφικές πράξεις.

Στο άκουσμα, λοιπόν, μιας τέτοιας είδησης, ερχόμαστε, χωρίς να το θέλουμε, αντιμέτωποι με τον φόβο της ψυχικής νόσου. Αυτός ο φόβος, όσο μένει παγωμένος και ανεπεξέργαστος, ανατροφοδοτεί και ενισχύει την προκατάληψη για τις ψυχιατρικές παθήσεις, που συνιστά διαχρονικά ένα από τα δυσκολότερα εμπόδια για την έγκαιρη και ορθή αντιμετώπισή τους. Ωστόσο, μέσα στον 20 ο αιώνα, έχουν γίνει σημαντικές πρόοδοι στην αντιμετώπιση των σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών. Η ανακάλυψη του πρώτου αντιψυχωσικού φαρμάκου, το 1952 στην Γαλλία, αποτέλεσε ένα πρώτο μεγάλο βήμα. Έκτοτε, η εξέλιξη της έρευνας στον τομέα της ψυχοφαρμακολογίας, με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας και τη μείωση των ανεπιθύμητων παρενεργειών, έχει συντελέσει στην ακόμα μεγαλύτερη ανακούφιση των πασχόντων.

Παράλληλα, οι συντονισμένες προσπάθειες της ψυχιατρικής κοινότητας για την «απο-ασυλοποίηση» και την επανένταξη στην κοινότητα των πασχόντων από τις πιο σοβαρές, χρόνιες ψυχωσικές διαταραχές, αποδίδουν συγκινητικά αποτελέσματα. Γιατί έτσι γίνεται πλέον ευρέως αντιληπτό πως οι άνθρωποι αυτοί, μπορούν, εφόσον τους δοθεί η κατάλληλη ψυχιατρική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη, να έχουν μια ζωή λειτουργική, σε όλους τους τομείς. Ακόμα και σε αυτόν της εργασίας. Και μάλιστα, για να διευκολυνθεί και η εργασιακή επανένταξή τους, αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα, η λειτουργία των Κοινωνικών Συνεταιρισμών Περιορισμένης Ευθύνης (ΚοιΣΠΕ). Οι ΚοιΣΠΕ αποτελούν ταυτόχρονα κοινωνικές επιχειρήσεις και μονάδες ψυχικής υγείας, και στοχεύουν στη διαμόρφωση ενός προστατευμένου πλαισίου, για τη δημιουργία και την προσφορά θέσεων εργασίας σε άτομα με σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα.

Οι δυσκολίες είναι πολλές όταν ερχόμαστε, ασθενείς και ειδικοί, αντιμέτωποι με τις σοβαρότερες ψυχικές παθήσεις. Όμως, οι πρόοδοι της ψυχιατρικής επιστήμης, όπως και η συνεργασία της επιστημονικής κοινότητας με την πολιτεία, μπορούν να μας παρέχουν όλο και πιο ικανοποιητικά θεραπευτικά εργαλεία και μέσα.

Δρ. Μαρία Κούντζα
Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπεύτρια
MD, PHD –Επιστ.Υπεύθυνη ΚΗ ΑΝΑΣΑ
Εγγραφή στο Newsletter

No spam guarantee.

I agree to have my personal information transfered to MailChimp ( more information )
Ετικέτες:

Σχετικά Άρθρα

Προηγούμενο αρθρο Επόμενο αρθρο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

13 shares